Ραγιαδισμός à la Πελοπόννησος
Ένα ξύπνιο, ειρωνικό και σαρκαστικό σχόλιο για την παράδοση που αρνούμαστε να αφήσουμε πίσω μας
Προκαλεί ο Ευάγγελος Αλεξανδρής Ανδρούτσος
Αν ο ραγιαδισμός ήταν Ολυμπιακό άθλημα, η Πελοπόννησος θα είχε κάνει προ πολλού δική της προθήκη στο μουσείο της ΔΟΕ. Όχι τίποτα άλλο, αλλά οι πρόγονοί μας είχαν καταφέρει να επινοήσουν μια πρωτότυπη τεχνική: να συνδυάζουν την περηφάνια του Μοριά με μια αδιάκοπη κλίση προς το «να έχουμε κάποιον από πάνω μας». Μια παράδοση πιο επίμονη κι από το σπάρτο στις πλαγιές του Ταΰγετου.

Τι είναι τελικά ο ραγιαδισμος;
Ιστορικά, είναι το ψυχικό κατάλοιπο της οθωμανικής κυριαρχίας. Κοινωνιολογικά, είναι η συνήθεια να βλέπεις τον εαυτό σου ως υπήκοο κι όχι ως πολίτη. Είναι το «τι να κάνουμε, έτσι είναι τα πράγματα», το «δεν αλλάζει τίποτα», το «έχει ανθρώπους το παιδί» που ακούγαμε σε κάθε βάπτιση, γάμο ή ραντεβού σε Δημαρχείο.
Είναι η βαθιά πεποίθηση πως η ισχύς πηγάζει όχι από τον δήμο αλλά από το… σόι. Από το γραφείο. Από τον μπάρμπα. Από τον «άνθρωπο που ξέρει τον άνθρωπο».
Και πώς επηρεάζει τη σχέση κοινωνίας πολιτών και πολιτικής;
Απλά: δεν έχουμε σχέση. Έχουμε εξάρτηση. Οι πολίτες ζητούν, οι πολιτικοί εξυπηρετούν, το κράτος διορίζει. Η συμμετοχή μετατρέπεται σε ικεσία και η δημοκρατία σε παζάρι. Ο ραγιάς δεν διεκδικεί. Παρακαλά. Και όταν παρακαλά για τα αυτονόητα, αφήνει χώρο σε εκείνους που κάνουν επάγγελμα το «να εξυπηρετούν».
Γιατί η Πελοπόννησος κατέχει το ρεκόρ του πελατειακού κράτους;
Διότι το τελειοποίησε ιστορικά. Από τα προεπαναστατικά προνόμια των κοτσαμπάσηδων έως τις μεταπολιτευτικές στρατολογήσεις σε Δήμους, ΕΛΤΑ, Εφορίες και Κτηματολόγια, η Πελοπόννησος δεν άφησε ποτέ ανεκμετάλλευτο ένα καλό ρουσφέτι. Κι όσο οι υπόλοιπες περιφέρειες ανακάλυπταν την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα και τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, εμείς εξασφαλίζαμε τη μονοκατοικία στο Δημόσιο.
Αποτέλεσμα; Οι νέες γενιές συνεχίζουν να τρέχουν στον κρατικό μηχανισμό σαν να πρόκειται για οικογενειακή παράδοση, ενώ η κοινωνικότητα, η κινητικότητα και το όραμα εξαφανίζονται πιο γρήγορα κι από τον πληθυσμό των χωριών μας.
Τα Πελοποννησιακά οικογενειακά τζάκια είναι εκκολαπτήρια διαφθοράς και στασιμότητας
Δεν έχουμε βαριά βιομηχανία. Έχουμε, όμως, βαριά οικογενειοκρατία. Τζάκια που κληρονομούνται όπως τα ελαιόδεντρα: με συνοδευτικό τίτλο και δεσμεύσεις. Η διαφθορά διαχέεται απαλά, σαν το λάδι στη χωριάτικη. Κανείς δεν ενθουσιάζεται, αλλά όλοι το θεωρούν δεδομένο.
Έτσι, ο τόπος παραμένει όμηρος. Η περιφέρεια φτωχαίνει. Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα απομακρύνεται. Και εμείς συζητάμε ακόμη για το αν ο ανιψιός πρέπει ή δεν πρέπει να μπει στην Εφορία.
Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, οι Μωραΐτες πολίτες;
Ε, να κάνουμε το αυτονόητο. Ό,τι ακριβώς ΔΕΝ κάναμε 200 χρόνια τώρα.
Να σταματήσουμε να ψηφίζουμε με βάση τις γνωριμίες και να αρχίσουμε να ψηφίζουμε με βάση τις ανάγκες. Ανώμαλη προσγείωση, το ξέρω.
Να απαιτήσουμε διαφάνεια κι όχι εξυπηρετήσεις. Τρομακτικό, αλλά γίνεται.
Να αναθέσουμε στους θεσμούς αυτά που σήμερα αναθέτουμε στους «ανθρώπους μας». Επαναστατικό.
Να ενισχύσουμε ό,τι δεν ελέγχουν τα τζάκια: συνεταιρισμούς, κοινωνικές πρωτοβουλίες, πολιτισμό, συνεργατικές επιχειρήσεις.
Να μεγαλώσουμε τις νέες γενιές με την ιδέα πως η αξιοπρέπεια δεν μπαίνει σε προκήρυξη ΑΣΕΠ.
Τελική πράξη
Ο ραγιαδισμός δεν είναι γενετικό χαρακτηριστικό. Είναι συνήθεια, κακή συμπεριφορά εξάρτησης. Και όπως όλες οι κακές συνήθειες, κόβεται. Θέλει, βέβαια, θράσος, αυτογνωσία και μια μικρή δόση πελοποννησιακής μαγκιάς. εκείνης που επιδεικνύεται στα καφενεία, αλλά εκείνης που σπάει τον φαύλο κύκλο.
Ο Μοριάς κάποτε γέννησε την Επανάσταση. Δεν μπορεί – όλο και κάποιος θα έχει μείνει να θυμάται πώς γίνεται.
Όχ
![]()